Όταν ακούμε και δίνουμε χρόνο και προσοχή στους άλλους, περιορίζοντας τις δικές μας βεβαιότητες, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αποκτήσουμε βαθύτερη γνώση για τη ζωή.

Η σχέση ιατρού και ασθενούς είναι πολυεπίπεδη, δυναμική και αμφίδρομη. Η καλή επικοινωνία αποτελεί το σημαντικό στοιχείο της καλής ιατρικής πρακτικής, που συμβάλει στη γρήγορη και ακριβή αποκάλυψη του προβλήματος, αλλά και στον προσδιορισμό των προσδοκιών του ασθενούς από τη θεραπεία. Με αυτόν τον τρόπο παγιώνεται η εμπιστοσύνη μεταξύ γιατρού και ασθενούς και αυξάνεται η πιθανότητα για καλύτερη έκβαση στη θεραπεία και στην ποιότητα ζωής του ασθενούς.


Ασθενείς και οι οικογένειες τους αντιδρούν στην ανακοίνωση δυσάρεστων νέων με διαφορετικούς τρόπους. Κάποιοι αντιδρούν συναισθηματικά με θυμό, κλάματα λύπη και αγωνία. Άλλοι πάλι εκφράζουν άρνηση, κατηγορίες, ενοχές, δυσπιστία, αίσθηση απώλειας, ντροπή, ενώ άλλοι εκλογικεύουν αυτό που τους έχει συμβεί.

Κατά την ανακοίνωση δυσάρεστων νέων, πολλά συναισθήματα μπορεί να κατακλύσουν τους ασθενείς, όπως:

  • Ενοχή: «Είναι δικό μου λάθος, αν δεν είχα αγνοήσει τα πρώτα συμπτώματα δεν θα είχε συμβεί αυτό».
  • Θυμός: «Δεν θα είχα φτάσει σε αυτή την κατάσταση, αν έκανα τακτικά check up».
  • Φόβος: «Τι θα γίνει από εδώ και πέρα, ποιά η πιθανότητα να το ξεπεράσω;».
  • Θλίψη: «Γιατί να συμβεί αυτό σε μένα;».

Κατά τη διάρκεια της ανακοίνωσης των δυσάρεστων νέων, πολλά συναισθήματα και παρατεταμένες συναισθηματικές καταστάσεις μπορεί να κατακλύσουν τον ασθενή. Οι ασθενείς αναφέρουν μία ποικιλία συναισθηματικών αντιδράσεων στο άκουσμα δυσάρεστων νέων, όπως σοκ, τρόμος, θυμός, άγχος, θλίψη, αποδοχή της νέας κατάστασης.

Η ανακοίνωση δυσάρεστων νέων μπορεί να αποβεί, μία εξαιρετικά αγχωτική διαδικασία για το γιατρό και τους εμπλεκόμενους επαγγελματίες υγείας. Τα δεδομένα δείχνουν ότι ο “αγγελιοφόρος” κακών ειδήσεων έχει έντονα συναισθήματα όπως το άγχος, το βάρος της ευθύνης, το φόβο της αρνητικής αντίδρασης του ασθενή και των οικείων του. Αυτό το άγχος μπορεί συνειδητά ή υποσυνείδητα να οδηγήσει σε απροθυμία ανακοίνωσης των δυσάρεστων νέων και πολλές φορές σε ψυχρή, αδιάφορη ή αγενή συμπεριφορά. Η διαδικασία αυτή μπορεί να έχει επίσης αρνητική επίδραση, όταν ο γιατρός έχει μικρή εμπειρία ή η πιθανότητα για θεραπεία είναι περιορισμένη.

Στον τομέα της υγείας, τα δυσάρεστα νέα μπορεί να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Μιλώντας γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η πληροφορία που επηρεάζει δυσμενώς την άποψη και την προοπτική του ατόμου για το μέλλον του και τη ζωή του ή εμπεριέχει τον κίνδυνο διατάραξης ενός καθιερωμένου τρόπου ζωής. Δυσάρεστα νέα μπορεί να είναι επίσης η υποτροπή και εξάπλωση μίας νόσου ή η αποτυχία του θεραπευτικού σχήματος και η εμφάνιση καταστροφικών παρενεργειών από τη θεραπεία.

Από τη στιγμή της λήψης του ιατρικού ιστορικού μέχρι τη στιγμή της ανακοίνωσης της διάγνωσης και της παροχής πληροφόρησης για τη χορήγηση του κατάλληλου θεραπευτικού σχήματος, η σχέση μεταξύ γιατρού και ασθενούς βασίζεται στην αποτελεσματική επικοινωνία. Στις μεταξύ τους συναντήσεις, λεκτικά και μη λεκτικά σήματα και σύμβολα επικοινωνίας συγκροτούν ένα σημαντικό επικοινωνιακό σχήμα στο πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής.

O γιατρός κατά τη διάρκεια της ιατρικής επίσκεψης, ιδιαίτερα των πρώτων συναντήσεων, θα πρέπει να υιοθετήσει ένα πρότυπο συμβουλευτικής υποστηρικτικό και όχι επικριτικό προς τον ασθενή, το οποίο θα εμπεριέχει ευγενική περιέργεια και αμεροληψία, αναφορικά με τις προτεινόμενες θεραπείες, με στόχο να δημιουργήσει σχέση εμπιστοσύνης με τον ασθενή.

Η συζήτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

Μερικές φράσεις οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν τον κλινικό γιατρό να εφαρμόσει στην πράξη τη συμμετοχική λήψη απόφασης μπορεί να είναι:

  1. «Τι απορίες έχετε;»

  2. «Τι ανησυχίες έχετε;»

  3. «Τι είναι αυτό που πρέπει να ξέρω, ώστε να μπορώ να σας βοηθήσω να φτάσετε στην καλύτερη απόφαση;»


H επικοινωνία είναι βασική παράμετρος σε κάθε δυνατή σχέση και η αποτελεσματική επικοινωνία με επίκεντρο τον ασθενή είναι το κλειδί για την ποιοτική φροντίδα.

Η καλή επικοινωνία είναι τόσο μια ηθική επιταγή, απαραίτητη για την ενημερωμένη συγκατάθεση και την αποτελεσματική συμμετοχή των ασθενών, όσο και ένα μέσο για την αποφυγή λαθών στη διάγνωση, για τη διαχείριση των συμπτωμάτων και για τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.