Όταν ακούμε και δίνουμε χρόνο και προσοχή στους άλλους, περιορίζοντας τις δικές μας βεβαιότητες, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μάθουμε κάτι καινούργιο και να αποκτήσουμε βαθύτερη γνώση για τη ζωή.

Από τη στιγμή της λήψης του ιατρικού ιστορικού μέχρι τη στιγμή της ανακοίνωσης της διάγνωσης και της παροχής πληροφόρησης για τη χορήγηση του κατάλληλου θεραπευτικού σχήματος, η σχέση μεταξύ γιατρού και ασθενούς βασίζεται στην αποτελεσματική επικοινωνία. Στις μεταξύ τους συναντήσεις, λεκτικά και μη λεκτικά σήματα και σύμβολα επικοινωνίας συγκροτούν ένα σημαντικό επικοινωνιακό σχήμα στο πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής.

Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνιακής διαδικασίας συμπεριλαμβάνει απαραίτητα το διαμερισμό και τη διάδοση της πληροφορίας αναφορικά με τη διάγνωση και τη θεραπεία, οι περισσότεροι γιατροί εμπειρικά αναγνωρίζουν ότι οι ιατρικές επισκέψεις δεν αφορούν μόνο την αντιμετώπιση της ασθένειας, αλλά αποτελούν επιπλέον ένα είδος ψυχολογικής σύνδεσης και υποστήριξης για τον ασθενή.

Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η καλή επικοινωνία είναι το πρώτο βήμα στη θεραπευτική σχέση και αποτελεί τη βάση για την παροχή ποιοτικής ιατρικής φροντίδας και τη συμμόρφωση στις θεραπευτικές οδηγίες.


Στην Ελλάδα πολύ λίγα έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τον αντίκτυπο που έχει η κακή επικοινωνία στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στην ποιότητα ζωής του ασθενούς. Eίναι γεγονός ότι οι περισσότεροι γιατροί λαμβάνουν μικρή έως καθόλου εκπαίδευση αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες που παρέχουν στους ασθενείς τους θα πρέπει να διαφοροποιούνται ανάλογα με τη χρονική στιγμή της θεραπείας, τη σοβαρότητα του νοσήματος και το προφίλ του ασθενούς.

Παρατηρείται επίσης έλλειψη στοιχείων σχετικά με το πώς να κατευθύνουν δύσκολες συνομιλίες με συγκεκριμένους στόχους και να ασχοληθούν με ασθενείς, οι οποίοι είναι απρόθυμοι να αναγνωρίσουν και να διαχειριστούν την επιδείνωση της υγείας τους.

Ανατρέχοντας τη διεθνή βιβλιογραφία παρατηρούμε περιπτώσεις γιατρών, οι οποίοι δήλωσαν ότι αποφεύγουν τη συζήτηση των συναισθηματικών και των κοινωνικών επιπτώσεων των προβλημάτων των ασθενών, διότι τους προκαλεί θλίψη το γεγονός ότι δεν έχουν τη δεξιότητα ή το χρόνο να τους βοηθήσουν εμπράκτως. Αντίστοιχες καταστάσεις μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τους γιατρούς και να αυξήσουν το επαγγελματικό τους άγχος.

Από την άλλη πλευρά, ανάλογη συμπεριφορά των γιατρών μπορεί να προκαλέσει απροθυμία από πλευράς ασθενών να μιλήσουν με λεπτομέρεια και με ειλικρίνεια για τα προβλήματά τους και το γεγονός αυτό μπορεί να καθυστερήσει ή να επηρεάσει δυσμενώς τη θεραπευτική διαδικασία.

Η επικοινωνία δυσάρεστων νέων θα πρέπει να αποτελεί θεμελιώδη δεξιότητα του κλινικού γιατρού. Οι γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η δική τους αίσθηση αναφορικά με το τι αποτελεί καλή συνάντηση, μπορεί να διαφέρει από εκείνη των ασθενών και θα πρέπει να αντιληφθούν ότι ο τρόπος με τον οποίο προβαίνουν στην ανακοίνωση δυσάρεστων νέων μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με το οποίο ο ασθενής θα διαχειριστεί την πορεία και την εξέλιξη της νόσου.

Επιπλέον οι βασικές αρχές επικοινωνίας θα πρέπει να αποτελούν διεκδίκηση των ασθενών ώστε να μπορούν και οι ίδιοι να συμμετέχουν ενεργά στην ανταλλαγή, πρόσληψη και αποκωδικοποίηση της ιατρικής πληροφορίας, να είναι σε θέση να κάνουν τις σωστές ερωτήσεις και να διεκδικούν την ενημερωμένη συγκατάθεση τους.

Υπάρχουν πολλά εμπόδια στη σχέση και στην καλή επικοινωνία μεταξύ γιατρού και ασθενούς, όπως το άγχος, ο φόβος, ο φόρτος εργασίας των γιατρών, ο φόβος δικαστικών προσφυγών, ο φόβος της σωματικής και λεκτικής κακοποίησης, κυρίως όμως η ανεπάρκεια εκπλήρωσης μη ρεαλιστικών προσδοκιών, τόσο από πλευράς ασθενούς, όσο και από πλευράς γιατρού.


Προβληματική επικοινωνία μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις και υποβόσκοντα αρνητικά συναισθήματα, καταστάσεις οι οποίες μπορεί να αποβούν δύσκολα διαχειρίσιμες, δεδομένου ότι μπορεί να προκαλέσουν αισθήματα απελπισίας, απογοήτευσης, σύγχυσης, θυμού, ανασφάλειας, αδυναμίας, θλίψης και παραίτησης από τη μάχη για τη ζωή και την ανάκτηση της χαμένης ισορροπίας. Επιπλέον μπορεί να οδηγήσουν σε ιατρικά σφάλματα και δικαστικές προσφυγές.

Ο γιατρός αποτελεί την πιο σημαντική πηγή ψυχολογικής υποστήριξης του ασθενή και η εν-συναίσθηση που μπορεί να επιδείξει κατά τη διάρκεια της ιατρικής επίσκεψης μπορεί να μειώσει τα συναισθήματα απομόνωσης και απελπισίας των ασθενών, καθώς και να επικυρώσει τα θετικά τους αισθήματα για την έκβαση και την βελτίωση της υγείας τους. Η καλή επικοινωνία επιτρέπει στους ασθενείς να δουν τους εαυτούς τους ως πλήρη και εξίσου σημαντικό συμμετέχοντα στη θεραπευτική διαδικασία και να αυξήσει την αυτοπεποίθησή τους, γεγονός που μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας αποθεραπείας και επανένταξης.

Η αποτελεσματική επικοινωνία είναι πολλά περισσότερα από ανταλλαγή πληροφοριών και αφορά κυρίως την κατανόηση του συναισθήματος πίσω από την πληροφορία.


Η ειλικρινής επικοινωνία μπορεί να βελτιώσει τις σχέσεις και να εμβαθύνει τη σύνδεση με τους άλλους και αυτό το χαρακτηριστικό της, μας δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνούμε ακόμη και αρνητικά μηνύματα, χωρίς να δημιουργούμε συγκρούσεις ή να καταστρέφουμε την εμπιστοσύνη. Τέλος θα πρέπει να θυμόμαστε κυρίως όταν δημιουργούνται συγκρούσεις ότι η αποτελεσματική επικοινωνία είναι πάντα σχετική με την κατανόηση του άλλου προσώπου και όχι με την επικράτηση των δικών μας επιχειρημάτων ή με τον εξαναγκασμό των άλλων να αποδεχτούν τις δικές μας απόψεις και πεποιθήσεις.

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Έφης Σίμου: Επικοινωνία Γιατρού- Ασθενούς: Ένας Πρακτικός Οδηγός Δεξιοτήτων Επικοινωνίας.
Share Post on